σάπιος

-ια, -ιo, Ν
1. αυτός που έχει σαπίσει, που έχει αποσυντεθεί, που έχει υποστεί σήψη, ο σαπρός
2. (κατ
επέκτ.) φθαρμένος από την πολυκαιρία, ετοιμόρροπος, κατεστραμμένος («σάπια καρέκλα»)
3. (για πρόσ.) αυτός που έχει προσβληθεί από μια βαριά αρρώστια που λίγο λίγο τόν αποσυνθέτει
4. (μτβ.) αυτός που βρίσκεται σε ηθική εξαθλίωση, ανήθικος, διεφθαρμένος («σάπια κοινωνία»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. σάπιος, κατά μία άποψη, έχει σχηματιστεί υποχωρητικά από το ρ. σαπίζω (πρβλ. τρύπιος: τρυπώ, ψόφιος: ψοφώ), κατά τα επίθ. άξ-ιος, γνήσ-ιος κ.ά. Κατ' άλλη άποψη, το σάπιος προήλθε από το σαπρός μέσω ενός αμάρτυρου *σάπριος, με αποβολή τού -ρ-].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάπιος, -ια, -ιο — 1. σαπισμένος: Μας πούλησε σάπια φρούτα. – Σάπιο δόντι. 2. αυτός που δεν είναι στέρεος, φθαρμένος: Έβαλε σάπια ξύλα στη στέγη. – Σάπιος οργανισμός. 3. διεφθαρμένος: Σάπια κοινωνία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάπιος — [сальвс] ея. гнилой, испорченный, негодный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πολύσαθρος — ον, Α εξαιρετικά σαθρός, πολύ σάπιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + σαθρός «σάπιος»] …   Dictionary of Greek

  • γερός — ή, ό (AM γερός, ά, όν) (για κτήρια) στερεός μσν. νεοελλ. ακέραιος, ολάκαιρος νεοελλ. (για ανθρώπους) 1. υγιής 2. εύρωστος, ρωμαλέος, δυνατός 3. ικανός, έμπειρος σε κάτι («γερός μάστορας») 4. (για πράγματα) στερεός, ασφαλής, ανθεκτικός 5. (για… …   Dictionary of Greek

  • ειδεχθής — ές (Α εἰδεχθής, ές) ο αποκρουστικός στην όψη («ειδεχθής κακούργος», «ειδεχθές έγκλημα») αρχ. σάπιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < είδος + εχθής < έχθος] …   Dictionary of Greek

  • ενυπόσαπρος — ἐνυπόσαπρος, ον (Α) ο εν μέρει σαπρός, που σε μερικά μέρη είναι σάπιος …   Dictionary of Greek

  • επίσαπρος — ἐπίσαπρος, ον (Α) [σαπρός] ο σάπιος στην επιφάνεια …   Dictionary of Greek

  • θράσος — (I) το (ΑΜ θράσος) η τόλμη που ενέχει αναίδεια, αυθάδεια, η αδιαντροπιά, η ιταμότητα, ο κυνισμός, η παράλογη ορμητικότητα, το μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο θάρρος μσν. δύναμη, κυρίως η πηγή απ όπου αντλείται η δύναμη μσν. αρχ. τόλμη, αφοβία,… …   Dictionary of Greek

  • μαύρος — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Μ. ο μάρτυς. Η μνήμη του τιμάται την 1η Μαΐου. 2. Τον σκότωσαν με σπαθί μαζί με άλλους στρατιώτες. Η μνήμη του τιμάται στις 30 Ιανουαρίου. 3. Γιος του μάρτυρα Κλαυδίου και της Ιλαρίας. Μαρτύρησε, μαζί …   Dictionary of Greek

  • μουχλιάζω — (Μ μουχλιάζω και μοχλιάζω) [μούχλα] 1. καλύπτομαι από μούχλα 2. μτφ. βρίσκομαι σε κατάσταση σωματικής ή πνευματικής αδράνειας, αχρηστίας ή στασιμότητας («θα μουχλιάσω από το καθισιό») νεοελλ. 1. μτφ. α) βρίσκομαι σε κατάσταση πνευματικής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.